τηλέφωνο

ουσιαστικό

1. Συσκευή που επιτρέπει τη μετάδοση και λήψη φωνής και άλλων σημάτων σε απόσταση μέσω ηλεκτρικών ή ραδιοηλεκτρικών μέσων, για άμεση επικοινωνία μεταξύ προσώπων.

Συνώνυμα

τηλεφώνιο κινητό σταθερό ακουστικό τηλεφωνάκι ασύρματο

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Το τηλέφωνο χτύπησε το πρωί.
  • Μίλησα στο τηλέφωνο με τη Μαρία για τη δουλειά.
  • Παρακαλώ γράψτε το τηλέφωνο επικοινωνίας στο έντυπο.
  • Το τηλέφωνο είναι φορτισμένο και έτοιμο για χρήση.
  • Έβαλα το τηλέφωνο στη σιωπηλή λειτουργία πριν τη συνάντηση.