τίγρης

ουσιαστικό

1. Μεγάλο σαρκοφάγο θηλαστικό της οικογένειας των αιλουροειδών (Panthera tigris), με πυκνή πορτοκαλί έως ωχρά γούνα και χαρακτηριστικές μαύρες ρίγες, αρπακτικό που ζει κυρίως σε δασώδεις και χορτολιβαδικές περιοχές της Ασίας.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η λέξη τίγρης αναφέρεται στο μεγάλο αιλουροειδές με χαρακτηριστικές ρίγες.
  • Στο ζωολογικό κήπο είδα την τίγρη να ξεκουράζεται κάτω από ένα δέντρο.
  • Τον φώναζαν τίγρης επειδή ήταν αδίστακτος στις επαγγελματικές διαπραγματεύσεις.
  • Το παλτό της είχε μοτίβο σαν τίγρης, με έντονες μαύρες και πορτοκαλί ρίγες.
  • Το λογότυπο της ομάδας δείχνει δύο τίγρεις που συμβολίζουν δύναμη και αποφασιστικότητα.