σωλήνας
ουσιαστικό1. Κοίλος κυλινδρικός σωλήνας από μέταλλο, πλαστικό ή άλλο υλικό, που χρησιμεύει στη μεταφορά υγρών, αερίων ή στερεών με ροή και στην προστασία ή διάθεση καλωδίων και αγωγών.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο σωλήνας της κουζίνας έχει διαρροή.
- Ο σωλήνας της εξάτμισης του αυτοκινήτου βγάζει καπνό.
- Ο σωλήνας στο εργαστήριο περιέχει δείγμα για ανάλυση.
- Ο σωλήνας φθορισμού στο γραφείο χρειάζεται αντικατάσταση.
- Ο σωλήνας του συστήματος ποτίσματος είναι σπασμένος στον κήπο.