συναναστρέφομαι

ρήμα

Σχετίζομαι και περνώ χρόνο με άλλους ανθρώπους σε κοινές δραστηριότητες, συζητήσεις ή κοινωνικές επαφές.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Μου αρέσει να συναναστρέφομαι με ανθρώπους που έχουν θετική διάθεση.
  • Στη δουλειά συναναστρέφεται καθημερινά με πελάτες από διάφορες χώρες.
  • Δεν συναναστρέφονται συχνά με τους γείτονές τους, γιατί λείπουν πολλές ώρες.
  • Προσπαθώ να συναναστρέφομαι περισσότερο με άτομα που με εμπνέουν.
  • Όταν ήταν φοιτητής, συναναστρεφόταν κυρίως με συμφοιτητές του από τη σχολή.