συναισθηματικά
επίρρημα1. Με τρόπο που σχετίζεται με τα συναισθήματα ή την έκφρασή τους.
2. Αναφορικά με την συναισθηματική κατάσταση ή τις συναισθηματικές αντιδράσεις ενός ατόμου.
Συνώνυμα
αισθηματικά συγκινησιακά ψυχικά τρυφερά ερωτικά
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Έμεινε συναισθηματικά φορτισμένος μετά την είδηση.
- Αντιδρά πάντα συναισθηματικά, όχι λογικά.
- Μετά το διαζύγιο, ήταν συναισθηματικά αδύναμη για καιρό.
- Οι δύο αδελφές είναι πολύ συναισθηματικά δεμένες.
- Πρέπει να εξετάσουμε το ζήτημα τόσο νομικά όσο και συναισθηματικά.