στραβός
επίθετο1. Που δεν είναι ευθύς, αλλά αποκλίνει από τη σωστή γραμμή ή θέση.
2. Που είναι λοξός, στραμμένος ή τοποθετημένος με κλίση.
3. Που παρουσιάζει αστοχία, αδεξιότητα ή δυσλειτουργία ως προς τον τρόπο σκέψης, κρίσης ή συμπεριφοράς.
Συνώνυμα
λοξός κλινής στρεβλός παραμορφωμένος διαστρεβλωμένος παραστρατημένος προκατειλημμένος κακότροπος αντιπαθητικός περίεργος παράξενος αλλοπρόσαλλος πειραγμένος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο τοίχος είναι λίγο στραβός και χρειάζεται ίσιωμα.
- Φόρεσε τα γυαλιά του, γιατί είναι στραβός από το ένα μάτι.
- Πήρε έναν στραβό δρόμο και χάθηκε στο χωριό.
- Έκανε μια στραβή κίνηση και έπεσε το ποτήρι.
- Η μέρα μου ξεκίνησε στραβά και όλα πήγαν ανάποδα.
- Μη στενοχωριέσαι· μπορεί να βγήκε στραβό το αποτέλεσμα, αλλά θα το διορθώσουμε.