σκύβαλο

ουσιαστικό

1. Υπολείμματα ή απορρίμματα, συνήθως βρώμικα ή αποσυντιθέμενα, που απορρίπτονται ως άχρηστα και περιττά.

2. Μεταφορικά, άτομο ή πράγμα θεωρούμενο ως εξευτελιστικό, ανάξιο ή πλήρως άχρηστο (υβριστική χρήση).

Συνώνυμα

σκουπίδι απορρίμματα απόβλητα σκουπιδαριό σαβούρα σκουπιδάκι μπάζα σκατά παλιοσίδερο κουρέλι παλιοπράγμα ρημάδι

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Πρέπει να βγάλεις το σκύβαλο πριν έρθει ο σκουπιδιάρης.
  • Τον θεωρώ σκύβαλο για όσα έκανε.
  • Δεν αξίζει ούτε ένα σκύβαλο.
  • Έμεινε μόνο ένα σκύβαλο από το γεύμα.
  • Το πέταξε στο δρόμο σαν σκύβαλο.