σκάφη
ουσιαστικό1. Κατασκευή ή όχημα προοριζόμενο για πλεύση στο νερό, μικρό ή μεγάλο, με κύτος και κατάστρωμα, που χρησιμοποιείται για μεταφορά ανθρώπων, εμπορευμάτων ή για θαλάσσιες εργασίες.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Τα σκάφη έπλευσαν αργά προς το λιμάνι.
- Οι ψαράδες επιθεώρησαν τα σκάφη πριν βγουν στο πέλαγος.
- Έβαλα τα λαχανικά να στραγγίσουν σε πλαστικά σκάφη.
- Ο τεχνικός χρησιμοποίησε μεταλλικά σκάφη για τις αναλύσεις στο εργαστήριο.
- Στο μουσείο είδα τα αρχαία σκάφη και εντυπωσιάστηκα από την κατασκευή τους.