σαββατοκύριακο
ουσιαστικό1. Διάστημα δύο διαδοχικών ημερών, το Σάββατο και η Κυριακή, μέρος του εβδομαδιαίου κύκλου, κατά κανόνα μη εργάσιμες ημέρες.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
καθημερινές εργάσιμες εργάσιμη
Παραδείγματα χρήσης
- Το σαββατοκύριακο θα πάμε στο βουνό.
- Κάθε σαββατοκύριακο αγοράζουμε φρέσκα λαχανικά από τη λαϊκή.
- Πέρασα ένα ήσυχο σαββατοκύριακο διαβάζοντας βιβλία.
- Το μουσείο είναι κλειστό το σαββατοκύριακο.
- Θα τελειώσω τη δουλειά το σαββατοκύριακο.