σάλτσα
ουσιαστικό1. Υγρό ή ημίρρευστο παρασκεύασμα που παρασκευάζεται από συστατικά όπως ντομάτα, κρέμα, λάδι, ξύδι, βότανα και μπαχαρικά και προστίθεται ή σερβίρεται μαζί με φαγητό για να προσδώσει γεύση, άρωμα ή υφή.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
στερεό ξηρό
Παραδείγματα χρήσης
- Η σάλτσα ντομάτας δένει τέλεια με τα μακαρόνια.
- Πρόσθεσε λίγη σάλτσα πριν σερβίρεις το ψητό για περισσότερη νοστιμιά.
- Στη συνέντευξη υπήρξε σάλτσα, γιατί αναφέρθηκαν ευαίσθητα θέματα.
- Η σάλτσα τσίλι έκαψε λίγο το στόμα μου.
- Έφτιαξα μια σάλτσα μαρινάδας για το ψάρι.