ρυπαρότητα
ουσιαστικό1. Κατάσταση ή ιδιότητα που χαρακτηρίζεται από παρουσία βρωμιάς, ακαθαρσιών ή ανεπιθύμητων ουσιών σε επιφάνειες, αντικείμενα ή χώρους.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η ρυπαρότητα στους δρόμους δυσκολεύει την καθημερινότητα.
- Η ρυπαρότητα των ποταμών απειλεί τη βιοποικιλότητα.
- Απέφυγε ταινίες που προβάλλουν ρυπαρότητα και βία χωρίς λόγο.
- Οι αποκαλύψεις για χρηματισμό λέρωσαν την πολιτική ζωή με ρυπαρότητα.
- Η ρυπαρότητα του αέρα στην πόλη οφείλεται στα καυσαέρια.