ρεπόρτερ

ουσιαστικό

Άτομο που ασχολείται με τη συλλογή, επαλήθευση και κοινοποίηση ειδήσεων ή πληροφοριών για μέσα ενημέρωσης όπως εφημερίδες, ραδιόφωνο, τηλεόραση ή ηλεκτρονικά μέσα.

Συνώνυμα

δημοσιογράφος ανταποκριτής ανταποκρίτρια συντάκτης συντάκτρια φωτορεπόρτερ ρεπορταζάς αρθρογράφος ερευνητής αγγελιοφόρος

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο ρεπόρτερ μετέδωσε ζωντανά την εξέλιξη της κρίσης.
  • Η ρεπόρτερ πήρε συνέντευξη από τον υπουργό.
  • Πολλοί νέοι θέλουν να γίνουν ρεπόρτερ στην τηλεόραση.
  • Ο ρεπόρτερ αποκάλυψε στοιχεία για το σκάνδαλο μετά από έρευνα.
  • Οι ρεπόρτερ περίμεναν έξω από το δικαστήριο.