πόρτα
ουσιαστικό1. Κατασκευή από ξύλο, μέταλλο, γυαλί ή άλλο υλικό που κλείνει και ανοίγει το άνοιγμα ενός τοίχου ή πλαισίου, επιτρέποντας ή εμποδίζοντας την πρόσβαση και παρέχοντας προστασία, ιδιωτικότητα ή ασφάλεια.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η πόρτα του σπιτιού είναι βαμμένη κόκκινη.
- Η πόρτα του αυτοκινήτου δεν κλείνει καλά.
- Χτύπησε την πόρτα πριν μπει.
- Όταν ζήτησα δουλειά, μου έριξαν πόρτα.
- Κλείσε την πόρτα για να μην μπαίνει το κρύο.