πρώιμος
επίθετο1. Που συμβαίνει ή εμφανίζεται σε χρόνο προγενέστερο από το σύνηθες ή από ό,τι αναμένεται.
2. Που χαρακτηρίζει άτομο, οργανισμό ή φαινόμενο που αναπτύσσεται, ωριμάζει ή αποκτά λειτουργίες νωρίτερα από το συνηθισμένο.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο πρώιμος χειμώνας έφερε ασυνήθιστα κρύα.
- Το μωρό γεννήθηκε πρώιμο και μπήκε στη μονάδα εντατικής φροντίδας.
- Στην πρώιμη φάση του προγράμματος έγιναν πολλές δοκιμές.
- Ο αμπελώνας έδωσε πρώιμα σταφύλια φέτος.
- Προτιμώ τις πρώιμες πρωινές ώρες για προπόνηση.
- Οι πρώιμοι θεατές βρήκαν ακόμη κενές θέσεις στο θέατρο.