πρόβατο
ουσιαστικόΤετράποδο θηλαστικό του γένους Ovis, συνήθως εξημερωμένο, με πυκνό τρίχωμα (μαλλί), εκτρεφόμενο για το μαλλί, το κρέας και το γάλα, που συνήθως σχηματίζει κοπάδια και βόσκει σε λιβάδια.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το πρόβατο βόσκει ήρεμα στο λιβάδι.
- Τα πρόβατα ακολουθούν τον τσοπάνη στο μονοπάτι.
- Στο πανηγύρι έψησαν ένα πρόβατο στη σούβλα.
- Μην είσαι πρόβατο, σκέψου με το δικό σου κεφάλι.
- Ένιωσα σαν πρόβατο όταν όλοι αποφάσισαν χωρίς να με ρωτήσουν.