προβλήτα

ουσιαστικό

Σταθερή κατασκευή που προβάλλει από την ακτή στο νερό και χρησιμεύει για πρόσδεση και εξυπηρέτηση σκαφών, φόρτωση και εκφόρτωση επιβατών ή εμπορευμάτων.

Συνώνυμα

αποβάθρα λιμενοβραχίονας προκυμαία κρηπίδωμα μόλος εξέδρα ντόκ πλατφόρμα ράμπα λιμάνι λιμένας

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η προβλήτα ήταν γεμάτη ψαράδες το πρωί.
  • Το φορτηγό ξεφόρτωσε τις παλέτες στην προβλήτα του λιμανιού.
  • Περπατήσαμε στην προβλήτα και απολαύσαμε το ηλιοβασίλεμα.
  • Η προβλήτα υπέστη σοβαρές ζημιές μετά την καταιγίδα και έκλεισε για επισκευές.
  • Οι προβλήτες των μικρών νησιών εξυπηρετούν καθημερινά το επιβατικό δρομολόγιο.