πριγκίπισσα
ουσιαστικό1. Γυναίκα μέλος βασιλικής οικογένειας, συνήθως θυγατέρα του βασιλιά ή της βασίλισσας ή σύζυγο πρίγκιπα.
2. Τίτλος που αποδίδεται σε γυναίκα που κατέχει κυριαρχία ή διοίκηση σε πριγκιπάτο ή σε αντίστοιχο αξίωμα.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η πριγκίπισσα χαιρετούσε το πλήθος από το μπαλκόνι.
- Στο παραμύθι, η πριγκίπισσα κατάφερε να νικήσει τον δράκο.
- Την αντιμετωπίζουν σαν πριγκίπισσα επειδή τη φροντίζουν σε όλα.
- Όταν μπήκε στο δωμάτιο, όλοι τη φώναζαν 'πριγκίπισσα' με στοργή.
- Οι πριγκίπισσες των παραμυθιών συχνά φορούν λαμπερά φορέματα.