πιατέλα

ουσιαστικό

1. Σκεύος, συνήθως επίπεδο και συνήθως στρογγυλό ή οβάλ, κατασκευασμένο από πορσελάνη, γυαλί, μέταλλο ή άλλο υλικό, που χρησιμοποιείται για την παρουσίαση και τον σερβίρισμα φαγητού.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η πιατέλα με τα μεζεδάκια τοποθετήθηκε στο κέντρο του τραπεζιού.
  • Σέρβιρα το παγωτό στην πορσελάνη πιατέλα για τους καλεσμένους.
  • Η πιατέλα διακοσμημένη με λουλούδια έγινε κεντρικό διακοσμητικό στη δεξίωση.
  • Στο εστιατόριο έφεραν μια μεγάλη πιατέλα με θαλασσινά για να μοιραστούμε.
  • Έπλυνα την πιατέλα πριν την αποθηκεύσω στη ντουλάπα.