πιατάκι
ουσιαστικό1. Μικρό, συνήθως στρογγυλό πιάτο που χρησιμοποιείται για να σερβίρει μικρές ποσότητες φαγητού ή ορεκτικά.
2. Πιάτο κάτω από κούπα ή φλυτζάνι που συλλέγει σταγόνες ή φιλοξενεί κουτάλι.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η κούπα ακουμπάει πάντα πάνω στο πιατάκι.
- Σέρβιρε το γλυκό σε ένα μικρό πιατάκι.
- Έβαλα μερικά ορεκτικά σε κάθε πιατάκι.
- Το γατάκι έφαγε από το πιατάκι του.
- Το κόσμημα ήταν τοποθετημένο πάνω στο μικρό πιατάκι στο κομοδίνο.
- Ο σερβιτόρος έφερε ένα πιατάκι με λεμόνι.