περίληψη
ουσιαστικό1. Σύντομη, συνοπτική παρουσίαση των κύριων ιδεών, γεγονότων ή σημείων ενός κειμένου, λόγου ή έργου, που μειώνει το μήκος και διατηρεί την ουσία.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η περίληψη του βιβλίου δίνει μια σαφή εικόνα της υπόθεσης.
- Στην επιστημονική ανακοίνωση έγραψε μια σύντομη περίληψη των αποτελεσμάτων.
- Πριν δω την ταινία, διάβασα την περίληψη στο πρόγραμμα για να ξέρω περί τίνος πρόκειται.
- Η συντονίστρια μοίρασε μια περίληψη των αποφάσεων στο τέλος της συνεδρίασης.
- Στο βιογραφικό του πρόσθεσε μια περίληψη των βασικών του προσόντων.