παρατσούκλι
ουσιαστικό1. Μη επίσημο ή δευτερεύον όνομα που αποδίδεται σε άτομο, ομάδα, ζώο ή αντικείμενο και χρησιμοποιείται στη συνηθισμένη ομιλία αντί του επίσημου ονόματος.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
βαπτιστικό επώνυμο
Παραδείγματα χρήσης
- Το παρατσούκλι του στην ομάδα είναι 'Άσσος'.
- Στην παρέα την φωνάζουν με το παρατσούκλι που της έδωσε ο παππούς.
- Το παρατσούκλι που της έδωσαν στο σχολείο ήταν προσβλητικό και της έμεινε για χρόνια.
- Για την πόλη υπάρχει το παρατσούκλι 'Πόλη των Φώτων' λόγω της ιστορίας της.
- Στον στρατό απέκτησε το παρατσούκλι 'Σκιώδης' εξαιτίας της νυχτερινής δράσης του.