μπω
ρήμα1. Περνάω από την εξωτερική πλευρά προς το εσωτερικό ενός χώρου ή κτιρίου, εισερχόμενος σε αυτόν με το σώμα ή με αντικείμενα.
Συνώνυμα
εισέλθω εισέρχομαι μπάω μπαίνω τρυπώ χώνω περάσω περνώ προσέλθω έρθω εισβάλλω σκαρφαλώνω διαβώ προχωρήσω τρυπώσω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Θα μπω στο σπίτι μόλις φτάσω.
- Θέλω να μπω στην ομάδα του σχολείου.
- Μπορώ να μπω στη συζήτηση;
- Δεν ήξερα πότε να μπω στην αίθουσα.
- Άσε με να μπω μέσα, δεν αντέχω άλλο στο κρύο.