μπέλα

ουσιαστικό

Γυναικείο προσωπικό όνομα που χρησιμοποιείται για να ταυτοποιήσει ή να προσφωνήσει μια γυναίκα ή ένα κορίτσι.

Συνώνυμα

όμορφη ωραία καλλονή πανέμορφη γοητευτική ελκυστική κομψή χαριτωμένη σαγηνευτική θεά κορμάρα καυτή γλυκιά λαμπερή

Αντώνυμα

άσχημη άχαρη απαίσια αηδιαστική

Παραδείγματα χρήσης

  • Η μπέλα έφτιαξε το κέικ.
  • Το σκυλάκι μας λέγεται μπέλα και είναι πολύ παιχνιδιάρικο.
  • Έλα εδώ, μπέλα, να σε γνωρίσω!
  • Το τραγούδι «μπέλα» παίζει συνέχεια στο ραδιόφωνο.