μουσικός

ουσιαστικό

1. Πρόσωπο που εκτελεί μουσικά έργα, παίζοντας μουσικά όργανα ή τραγουδώντας, επαγγελματικά ή ερασιτεχνικά.

2. Πρόσωπο που συνθέτει, ενορχηστρώνει ή διευθύνει μουσική.

3. Πρόσωπο που διδάσκει, μελετά ή ασχολείται επιστημονικά ή τεχνικά με τη μουσική.

Συνώνυμα

συνθέτης μουσουργός ερμηνευτής εκτελεστής καλλιτέχνης μαέστρος σολίστας οργανοπαίκτης παίκτης μουσικάντης τραγουδιστής σολοστάς οργανιστάς βιολιστής πιανίστας κιθαριστάς χορωδός διευθυντής

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο μουσικός έπαιξε πιάνο στην πρόβα.
  • Η μουσικός του σχολείου δίδαξε στους μαθητές.
  • Οι μουσικοί στη σκηνή χειροκροτήθηκαν από το κοινό.
  • Η κιθάρα του μουσικού χρειάζεται νέα χορδές.
  • Ο μικρός είναι πολύ μουσικός, μαθαίνει με ευκολία μελωδίες.