μικρούλης

επίθετο

1. Που είναι μικρός σε μέγεθος, έκταση ή βαθμό σε σχέση με το συνηθισμένο ή αναμενόμενο.

2. Που εκφράζει μικρότητα με στοργικό, υποκοριστικό ή παιγνιώδη ύφος.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο μικρούλης της οικογένειας ήθελε παιχνίδια για τα γενέθλιά του.
  • Ο μικρούλης σκύλος τρέχει χαρούμενος στο πάρκο.
  • Ο μικρούλης σκαντζόχοιρος κουλουριάστηκε μέσα στην παλάμη μου.
  • Ο μικρούλης υπάλληλος κατάφερε να επιλύσει το πολύπλοκο πρόβλημα.
  • Ο μικρούλης υπολογιστής που αγόρασα χωράει στο σακίδιο.