μεσημεριανός
επίθετοΠου αφορά ή σχετίζεται με το μεσημέρι, γίνεται ή λαμβάνει χώρα στο χρονικό διάστημα του μεσημεριού ή προορίζεται για αυτό.
Συνώνυμα
μεσημεριακός μεσημεριάτικος μεσημβρινός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το μεσημεριανό ήταν ελαφρύ, μόνο σαλάτα και ψάρι.
- Ο μεσημεριανός ύπνος με έκανε να νιώθω πιο ξεκούραστος.
- Η μεσημεριανή βάρδια στο νοσοκομείο αρχίζει στις δύο.
- Οι μεσημεριανοί πελάτες προτιμούν γρήγορα και οικονομικά γεύματα.
- Το μεσημεριανό δελτίο ειδήσεων μεταδίδεται κάθε μέρα.
- Προτιμώ τις μεσημεριανές ώρες για περπάτημα στο πάρκο.