μαχαίρι

ουσιαστικό

1. Εργαλείο με λεπίδα και λαβή, συχνά από μέταλλο, προοριζόμενο για το κόψιμο, το τεμάχισμα ή το σχίσιμο διαφόρων υλικών.

2. Λεπίδα ή κοφτερό τμήμα, ενσωματωμένο ή αποσπώμενο, σε πολυεργαλεία και μηχανισμούς κοπής.

Συνώνυμα

μάχαιρα στιλέτο μαχαιράκι μαχαιρίδιο σουγιάς φαλτσέτα πεταλούδα κοπίδι κόφτης ξυράφι νυστέρι λεπίδα σπαθί ψαλίδι μπαλτάς όπλο ξίφος όργανο

Αντώνυμα

κουτάλι πιρούνι πιάτο χέρι κουτάλα

Παραδείγματα χρήσης

  • Το μαχαίρι είναι στο συρτάρι της κουζίνας.
  • Τον απείλησε με ένα μαχαίρι.
  • Ο αέρας σήμερα κόβει σαν μαχαίρι.
  • Ο χειρουργός χρησιμοποίησε ένα μαχαίρι για την τομή.
  • Η είδηση του διαζυγίου ήταν σαν μαχαίρι στην καρδιά της.