λίθος

ουσιαστικό

1. Στερεό, συμπαγές κομμάτι πετρώματος ή ορυκτού υλικού, συνήθως σκληρό και αδρανές, με ποικιλία χημικής σύνθεσης, υφής και μεγέθους, που προκύπτει από γεωλογικές διεργασίες.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Μάζεψα έναν λίθο από την παραλία χθες.
  • Ο αρχαίος ναός είχε μεγάλους λίθους στη θεμελίωση.
  • Η εξέταση έδειξε έναν λίθο στη χοληδόχο κύστη.
  • Φορούσε έναν πολύτιμο λίθο στον λαιμό της.
  • Ο γεωλόγος μελέτησε τη σύσταση του λίθου.
  • Η απόφαση του δικαστηρίου έπεσε σαν λίθος στο στήθος της οικογένειας.