λάσπη
ουσιαστικό1. Μίγμα νερού και λεπτόκοκκου χώματος ή ιλύος που σχηματίζει μαλακή, κολλώδη ουσία στο έδαφος.
2. Μεταφορικά, κατάσταση ή περιβάλλον γεμάτο ακαθαρσίες, δυσκολίες ή αταξία που εμποδίζει την κίνηση ή την πρόοδο.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Μετά την καταιγίδα το μονοπάτι ήταν γεμάτο λάσπη.
- Τα παπούτσια της ήταν καλυμμένα με λάσπη.
- Ο πολιτικός κατηγόρησε τους αντιπάλους ότι του ρίχνουν λάσπη.
- Η βιομηχανία διέρρευσε τοξική λάσπη στη λίμνη.
- Στη γεώτρηση χρησιμοποιούν ειδική λάσπη για την ψύξη και τη στήριξη της τρύπας.