κόφτης
ουσιαστικό1. Συσκευή ή εργαλείο με κοφτερή ακμή ή μηχανισμό για το κόψιμο και το διαχωρισμό υλικών, όπως χαρτί, μέταλλο, ξύλο ή ύφασμα.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο κόφτης έκοψε το χαρτόνι με ακρίβεια.
- Με τον κόφτη έκοψα την πίτσα σε οκτώ κομμάτια.
- Ο κόφτης σωλήνων ήταν απαραίτητος για την επισκευή του δικτύου.
- Ο κόφτης στροφών ενεργοποιήθηκε όταν ο κινητήρας έφτασε στο όριο.
- Ο κόφτης στις δημόσιες δαπάνες προκάλεσε έντονες αντιδράσεις.