κουστούμι
ουσιαστικό1. Σετ ρούχων που αποτελείται κυρίως από σακάκι και παντελόνι, συχνά συνοδευόμενο από γιλέκο, κατασκευασμένο από ίδιο ύφασμα και φοριέται σε επίσημες, επαγγελματικές ή κοινωνικές περιστάσεις.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Αγόρασε ένα καινούργιο κουστούμι για τον γάμο.
- Ο ράφτης έραψε το κουστούμι ώστε να ταιριάζει καλύτερα.
- Ο διευθυντής ζήτησε να παρουσιαστεί με κουστούμι στη συνέντευξη.
- Το επίσημο κουστούμι του τον έκανε να δείχνει πιο σοβαρός.
- Στην παράσταση άλλαζε κουστούμι σε κάθε σκηνή ανάλογα με τον ρόλο.