καύσιμο
ουσιαστικό1. Υλικό ή ουσία που μπορεί να καεί ή να υποστεί χημική αντίδραση απελευθερώνοντας θερμότητα και ενέργεια, χρησιμοποιούμενο για την παραγωγή θερμότητας, κίνησης ή ηλεκτρικής ενέργειας.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το καύσιμο του αυτοκινήτου είναι πολύ ακριβό αυτόν τον μήνα.
- Για την πτήση χρειάστηκε περισσότερο καύσιμο από το προβλεπόμενο.
- Οι συνεχείς προσβολές έγιναν το καύσιμο για τη δημόσια οργή.
- Το διαστημόπλοιο τροφοδοτείται με υγρό καύσιμο υψηλής απόδοσης.
- Η τροφή είναι το καύσιμο του οργανισμού και μας δίνει ενέργεια για όλη την ημέρα.