καραμπίνα
ουσιαστικό1. Πυροβόλο όπλο με σχετικά κοντή ή μεσαία κάννη, σχεδιασμένο για βολή μονοβόλων σφαιρών, ελαφρύτερο και πιο ευέλικτο από τα μακρά πυροβόλα, προορισμένο για χρήση σε μικρές αποστάσεις και από προσωπικό που χρειάζεται ευκινησία.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο κυνηγός κουβαλούσε την καραμπίνα στη ράχη του.
- Οι αστυνομικοί τοποθέτησαν τις καραμπίνες τους σε ασφαλές σημείο.
- Καθαρίζω την καραμπίνα μετά από κάθε εξόρμηση στο κυνήγι.
- Ο ήχος από την καραμπίνα αντήχησε στο δάσος.
- Οι παλιές καραμπίνες είναι περιζήτητες από τους συλλέκτες.