καπέλο
ουσιαστικό1. Κάλυμμα για το κεφάλι, συνήθως κατασκευασμένο από ύφασμα, δέρμα, ψάθα ή άλλο υλικό, που φοριέται για προστασία από τον ήλιο ή το κρύο και για διακοσμητικούς ή λειτουργικούς σκοπούς.
Συνώνυμα
καπελάκι σκουφί σκούφος κασκέτο μπερέ φέσι τραγιάσκα τουρμπάνι μαντίλι χιτζάμπ κουκούλα κράνος περικεφαλαία στέμμα τιάρα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το καπέλο του πέταξε στον αέρα όταν φύσηξε ο άνεμος.
- Φόρεσε ένα όμορφο καπέλο για την τελετή.
- Του βγάζω το καπέλο για την επιμονή του.
- Στον λογαριασμό πρόσθεσαν ένα καπέλο λόγω της επείγουσας παραγγελίας.
- Στη δουλειά του φορούσε πολλά καπέλα, γιατί έκανε διάφορες δουλειές.