καλοκαίρι

ουσιαστικό

1. Περίοδος του έτους ανάμεσα στο θερινό ηλιοστάσιο και την ισημερία του φθινοπώρου, χαρακτηριζόμενη από μεγαλύτερη διάρκεια ημέρας και γενικά υψηλότερες θερμοκρασίες.

Συνώνυμα

θέρος καλοκαιράκι καλοκαιριά καλοκαιρία

Αντώνυμα

χειμώνας χειμωνιά χιόνι άνοιξη φθινόπωρο

Παραδείγματα χρήσης

  • Το καλοκαίρι ταξιδεύουμε στη Χαλκιδική.
  • Στο καλοκαίρι οι μέρες είναι πολύ μεγαλύτερες.
  • Θα μείνω στην Αθήνα όλο το καλοκαίρι.
  • Το φεστιβάλ γίνεται κάθε καλοκαίρι στην πλατεία.
  • Θυμάμαι το καλοκαίρι της νιότης μου με νοσταλγία.