ιππικό

ουσιαστικό

1. Κλάδος του στρατού ή στρατιωτική μονάδα αποτελούμενη από ιππείς που χρησιμοποιούν άλογα για μετακίνηση, μάχη, αναγνώριση και υποστήριξη επιχειρήσεων.

Συνώνυμα

ιππικός καβαλάρης ιπποτικός

Αντώνυμα

πεζικό πεζός ναυτικό αεροπορία πυροβολικό

Παραδείγματα χρήσης

  • Το ιππικό του στρατού συμμετείχε στην τελετή της παρέλασης.
  • Στην ιστορική αναπαράσταση, το ιππικό επανέλαβε τη διάταξη της μάχης.
  • Το ιππικό άγημα εκπαιδεύεται καθημερινά στην ιππασία.
  • Η επίδειξη με το ιππικό μάγεψε το κοινό με άλματα και ελιγμούς.
  • Στα αρχαία κείμενα, το ιππικό συμβολίζει την ευγένεια και την ταχύτητα.