θεότητα
ουσιαστικό1. Ιδιότητα ή κατάσταση θεϊκής φύσης· η ύπαρξη υπερφυσικών, ιερών χαρακτηριστικών και δύναμης που υπερβαίνουν το ανθρώπινο.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η θεότητα του αρχαίου ναού λατρευόταν για αιώνες.
- Στην παράδοση, η θεότητα απεικονίζεται με ανθρώπινα χαρακτηριστικά και συμβολισμούς.
- Οι θαυμαστές της συμπεριφέρονταν σαν να ήταν θεότητα.
- Στη θεολογία, η έννοια της θεότητας μελετάται διεξοδικά.
- Η φωνή του τραγουδιστή είχε μια σχεδόν θεότητα που συγκινούσε το κοινό.