ηλεκτρικός
επίθετο1. Που σχετίζεται με τον ηλεκτρισμό ή την ηλεκτρική ενέργεια.
2. Που λειτουργεί με ηλεκτρική ενέργεια ή τροφοδοτείται από αυτήν.
3. Που παράγει, μεταδίδει ή αποθηκεύει ηλεκτρικό ρεύμα.
4. Που προκαλεί αίσθηση ρεύματος ή ηλεκτρικό σοκ σε επαφή.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο ηλεκτρικός λαμπτήρας στο σαλόνι φωτίζει πολύ.
- Το ηλεκτρικό τρένο φτάνει στην πλατφόρμα σε πέντε λεπτά.
- Η ηλεκτρική κουζίνα χρειάζεται μεγάλη ισχύ για να λειτουργήσει.
- Η ατμόσφαιρα στη σκηνή ήταν ηλεκτρική πριν την ανακοίνωση του νικητή.
- Έμειναν χωρίς ηλεκτρικό ρεύμα λόγω της κακοκαιρίας.
- Τον χτύπησε ηλεκτρικό ρεύμα όταν άγγιξε τον χαλασμένο πίνακα.