ευρωπαϊκός

επίθετο

1. Που ανήκει, αναφέρεται ή σχετίζεται με την Ευρώπη ως γεωγραφική περιοχή.

2. Που σχετίζεται με θεσμούς, πολιτικές, οικονομικές δομές ή πολιτιστικές εκφάνσεις των ευρωπαϊκών κρατών ή της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Συνώνυμα

δυτικός ηπειρωτικός ευρωενωσιακός δυτικοευρωπαϊκός βορειοευρωπαϊκός νοτιοευρωπαϊκός ανατολικοευρωπαϊκός κεντροευρωπαϊκός ευρωπαϊσμένος

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η ευρωπαϊκή Ένωση έχει κοινές πολιτικές για πολλά ζητήματα.
  • Η Αθήνα είναι μια πόλη με έντονο ευρωπαϊκό χαρακτήρα.
  • Το πρόγραμμα χρηματοδοτείται από ευρωπαϊκά κονδύλια.
  • Στο σχολείο μάθαμε για την ευρωπαϊκή ιστορία του 20ού αιώνα.
  • Η εταιρεία ακολουθεί ευρωπαϊκά πρότυπα ασφάλειας.