ευρωπαϊκός
επίθετο1. Που ανήκει, αναφέρεται ή σχετίζεται με την Ευρώπη ως γεωγραφική περιοχή.
2. Που σχετίζεται με θεσμούς, πολιτικές, οικονομικές δομές ή πολιτιστικές εκφάνσεις των ευρωπαϊκών κρατών ή της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Συνώνυμα
δυτικός ηπειρωτικός ευρωενωσιακός δυτικοευρωπαϊκός βορειοευρωπαϊκός νοτιοευρωπαϊκός ανατολικοευρωπαϊκός κεντροευρωπαϊκός ευρωπαϊσμένος
Αντώνυμα
ασιατικός αφρικανικός αμερικανικός ωκεανιακός αντιευρωπαϊκός εξωευρωπαϊκός αμερικάνικος ανατολίτικος εγχώριος ντόπιος τοπικός κινέζικος αυστραλιανός
Παραδείγματα χρήσης
- Η ευρωπαϊκή Ένωση έχει κοινές πολιτικές για πολλά ζητήματα.
- Η Αθήνα είναι μια πόλη με έντονο ευρωπαϊκό χαρακτήρα.
- Το πρόγραμμα χρηματοδοτείται από ευρωπαϊκά κονδύλια.
- Στο σχολείο μάθαμε για την ευρωπαϊκή ιστορία του 20ού αιώνα.
- Η εταιρεία ακολουθεί ευρωπαϊκά πρότυπα ασφάλειας.