εποχή
ουσιαστικό1. Συγκεκριμένο χρονικό διάστημα με κοινά φυσικά, κλιματικά ή βιολογικά χαρακτηριστικά για έναν τόπο.
2. Εκτεταμένος ιστορικός ή πολιτισμικός χρόνος που διακρίνεται από κοινά κοινωνικά, πολιτικά ή καλλιτεχνικά γνωρίσματα.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η εποχή του καλοκαιριού φέρνει ζέστη και θάλασσα.
- Η βιομηχανική εποχή έφερε μεγάλες αλλαγές στην παραγωγή.
- Αυτή η εποχή χαρακτηρίζεται από νέες τάσεις στη μόδα.
- Η εποχή της οικονομικής ανάπτυξης κράτησε σχεδόν μια δεκαετία.
- Η ποδοσφαιρική εποχή αρχίζει τον Αύγουστο κάθε χρόνου.
- Την άνοιξη αρχίζει η εποχή των λουλουδιών.