εξαρτώμαι
ρήμα1. Βρίσκομαι υπό την εξάρτηση ή την επιρροή κάποιου προσώπου, οργανισμού ή πράγματος, με αποτέλεσμα οι δράσεις, οι αποφάσεις ή η κατάστασή μου να καθορίζονται από αυτό.
Συνώνυμα
εξαρτάμαι βασίζομαι κρέμομαι στηρίζομαι καθορίζομαι υπόκειμαι υποτάσσομαι δένομαι συνδέομαι σχετίζομαι ακουμπώ υπαγορεύομαι επικαθορίζομαι
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Στις δύσκολες στιγμές εξαρτώμαι από τους φίλους μου.
- Στην εργασία μου εξαρτώμαι από την έγκριση του προϊσταμένου.
- Δυστυχώς, εξαρτώμαι από το κάπνισμα.
- Στις αποφάσεις που παίρνω εξαρτώμαι από τα διαθέσιμα δεδομένα.
- Στην ομάδα, εξαρτώμαι από τους συναδέλφους μου για την ολοκλήρωση του έργου.