εντέλει

επίρρημα

1. Δηλώνει την κατάληξη ή το αποτέλεσμα που προκύπτει αφού εξεταστούν ή συμβούν διάφορα γεγονότα ή στάδια.

2. Εκφράζει ότι μια κατάσταση ισχύει ως συνέπεια, παρά πιθανές προηγούμενες ενδείξεις ή προσδοκίες.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Μετά από πολλές συζητήσεις, εντέλει αποφασίσαμε να φύγουμε.
  • Οι προσπάθειες απέδωσαν και, εντέλει, κέρδισε το βραβείο.
  • Μην ανησυχείς, εντέλει, όλα θα πάνε καλά.
  • Αποδείχθηκε ότι, εντέλει, είχε δίκιο.
  • Η δίκη, εντέλει, ολοκληρώθηκε χωρίς απρόοπτα.