ενδεδειγμένα
επίρρημα1. Με τρόπο που εφαρμόζεται σύμφωνα με επίσημες ή κοινώς αποδεκτές οδηγίες, συστάσεις ή βέλτιστες πρακτικές.
2. Με τρόπο που ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της περίπτωσης, λαμβάνοντας υπόψη την ασφάλεια, την αποτελεσματικότητα ή την αποδοτικότητα.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
ακατάλληλα ανάρμοστα λανθασμένα εσφαλμένα λάθος απρεπώς άτοπα αδόκιμα αναποτελεσματικά ανεπιθύμητα ανεπίτρεπτα
Παραδείγματα χρήσης
- Τα ενδεδειγμένα μέτρα εφαρμόστηκαν χωρίς καθυστέρηση.
- Ο γιατρός χειρίστηκε την περίπτωση ενδεδειγμένα.
- Οι εξετάσεις διεξήχθησαν ενδεδειγμένα σύμφωνα με τα πρωτόκολλα.
- Τα αποτελέσματα κρίθηκαν ενδεδειγμένα από την επιτροπή.
- Εφαρμόστε το φάρμακο ενδεδειγμένα και μην υπερβαίνετε τη δόση.