ενάγων

ουσιαστικό

Πρόσωπο που ασκεί ενώπιον δικαστηρίου αγωγή κατά άλλου με σκοπό την προστασία ή αποκατάσταση δικαιώματος ή την ικανοποίηση απαιτήσεως.

Συνώνυμα

αγωγέας μηνυτής μηνύων αιτών κατήγορος αιτητής καταγγέλλων προσφεύγων διεκδικητής

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο ενάγων κατέθεσε αγωγή εναντίον του πρώην εργοδότη του.
  • Το δικαστήριο κάλεσε τον ενάγοντα να καταθέσει υπό όρκο.
  • Τα δικαστικά έξοδα του ενάγοντος επιβλήθηκαν σε αυτόν σύμφωνα με την απόφαση.
  • Οι ενάγοντες συμφώνησαν σε εξωδικαστικό συμβιβασμό πριν από την εκδίκαση.
  • Ως ενάγων, ο παθών απαίτησε αποζημίωση για ηθική βλάβη.