εμετός

ουσιαστικό

1. Εκβολή από το στόμα του περιεχομένου του στομάχου με βίαιο ή ακούσιο τρόπο, διαδικασία που συχνά συνοδεύεται από ναυτία και γαστρικές συσπάσεις.

Συνώνυμα

έμετος ξέρα ξερατό εμέσμα έμεση ναυτία αναγωγή

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο εμετός εμφανίστηκε ξαφνικά μετά το φαγητό.
  • Η νοσοκόμα κατέγραψε τον εμετό του ασθενούς στο φύλλο νοσηλείας.
  • Η ανάλυση του εμετού έδειξε την παρουσία βακτηρίων.
  • Ζήτησαν δείγμα εμετού για το εργαστήριο.
  • Το άσχημο θέαμα του προκάλεσε εμετό.