εκούσιος
επίθετοΠου γίνεται ή εκδηλώνεται με τη θέληση ή πρόθεση του προσώπου· που προέρχεται από ελεύθερη βούληση και όχι από εξωτερική ανάγκη ή πίεση.
Συνώνυμα
εθελούσιος οικειοθελής ηθελημένος συνειδητός θελητός προαιρετικός εθελοντικός σκόπιμος αυθόρμητος συναινετικός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η απόφαση ήταν εκούσια, όχι αποτέλεσμα εξωτερικής πίεσης.
- Ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι η πράξη του ήταν εκούσια.
- Ο τραυματισμός δεν ήταν εκούσιος, συνέβη κατά λάθος.
- Ο ασθενής ανέκτησε τον εκούσιο έλεγχο των μυών του μετά τη θεραπεία.
- Τα παιδιά συμμετείχαν εκούσια στην παράσταση χωρίς να τα αναγκάσει κανείς.