εθνική

επίθετο

1. Που ανήκει, αφορά ή σχετίζεται με ένα έθνος ή κράτος ως πολιτική και κοινωνική οντότητα.

2. Που εκτείνεται ή ισχύει σε όλη τη χώρα και αφορά το σύνολο των πολιτών ή των κρατικών θεσμών.

Συνώνυμα

πατριωτική κρατική εγχώρια αντιπροσωπευτική πανεθνική πανελλήνια λεωφόρος αυτοκινητόδρομος εθνικιστική εθνοτική εθνάρα υπερπατριωτική

Αντώνυμα

τοπική περιφερειακή διεθνής ξένη αντιεθνική καλντερίμι σοκάκι δρομάκι διεθνιστική

Παραδείγματα χρήσης

  • Η εθνική κέρδισε με 2-1 στο χθεσινό παιχνίδι.
  • Η εθνική οδός είναι κλειστή λόγω έργων.
  • Η εθνική τράπεζα ανακοίνωσε μείωση επιτοκίων.
  • Η εθνική ταυτότητα διαμορφώνεται από την ιστορία και τα έθιμα.
  • Η εθνική εορτή γιορτάζεται κάθε χρόνο με παρελάσεις.