δάχτυλο
ουσιαστικό1. Κάθε κινητό, λεπτό και αρθρωτό μέλος στο άκρο του χεριού ή του ποδιού, με νύχι στην άκρη, που χρησιμεύει στην αίσθηση της αφής, στη λαβή και στη λεπτή κινητικότητα.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Τραυματίστηκε στο δάχτυλο και έβαλε επίδεσμο.
- Έδειξε με το δάχτυλο την κατεύθυνση προς την έξοδο.
- Το αποτύπωμα του δάχτυλου βρέθηκε πάνω στο τζάμι.
- Μάθαινε να μετράει τους αριθμούς με τα δάχτυλα του.
- Έπαιξε ένα γρήγορο κομμάτι με τα δάχτυλα στο πιάνο.