γυναικείος

επίθετο

1. Που σχετίζεται με τις γυναίκες ή χαρακτηρίζει στοιχεία, ρόλους ή ιδιότητες των γυναικών.

2. Που προορίζεται για χρήση από ή απευθύνεται σε γυναίκες.

3. Που ανήκει στο θηλυκό φύλο ή δηλώνει θηλυκότητα σε βιολογικό, κοινωνικό ή πολιτισμικό πλαίσιο.

Συνώνυμα

θηλυκός γυναικώδης γυναικοειδής θήλυς θηλυπρεπής γυναικοπρεπής

Αντώνυμα

ανδρικός αρσενικός ανδρώδης ανδροειδής άρσην ανδροπρεπής

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο γυναικείος ρόλος στην οικογένεια μετασχηματίζεται με τις κοινωνικές αλλαγές.
  • Ο γυναικείος οργανισμός απαιτεί ειδική ιατρική παρακολούθηση σε ορισμένες φάσεις της ζωής.
  • Ο γυναικείος αγώνας μπάσκετ θα διεξαχθεί αύριο στο κεντρικό γήπεδο.
  • Ο γυναικείος πληθυσμός της περιοχής αντιπροσωπεύει το 52% των κατοίκων.
  • Ο γυναικείος χαρακτήρας στο μυθιστόρημα εξελίσσεται από εσωστρεφής σε αποφασιστική.