γεύση
ουσιαστικό1. Αίσθηση που προκαλείται στον οργανισμό από την επαφή της γλώσσας και των γευστικών υποδοχέων με ουσίες, μέσω της οποίας γίνεται αντιληπτό το γλυκό, το ξινό, το αλμυρό, το πικρό και το ουμάμι.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η γεύση του σπιτικού φαγητού μου θυμίζει παιδικά χρόνια.
- Μετά το κρυολόγημα, δεν μπορώ να νιώσω τη γεύση των φαγητών.
- Έχει πολύ καλή γεύση στη μουσική και επιλέγει προσεκτικά τα τραγούδια.
- Το κρασί είχε πικρή γεύση στο τέλος.
- Η πρώτη εντύπωση μου άφησε μια γεύση αβεβαιότητας.